Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγώρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σπάνιοετυμολογική γραφή του αγόρι, με βάση τους όψιμους ελληνιστικούς τύπους ἄωρος / ἄγωρος, όπως λ.χ. στο Λεξικό Μπαμπινιώτη Βικιλεξικό
    • Ο Μίλτος Κουντουράς δημοσίευσε το διήγημα «Το μπλασαμωμένο αγώρι» στο Νουμά το 1912, αφιερωμένο στο μικρό ανίψι του Νίκο, που χάθηκε πρόωρα. Αν και στο τίτλο γραφόταν «αγώρι», με ωμέγα, μέσα στο κείμενο το «αγοράκι» το έγραφε με όμικρον.

Ετυμολογία

αγώρι < → δείτε τη λέξη αγόρι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →