Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδάνειστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει δανειστεί Βικιλεξικό
  2. που δεν μπορεί να δανειστεί Βικιλεξικό
  3. που δεν θέλει να πάρει δάνειο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδάνειστος < αρχαία ελληνική ἀδάνειστος < α- + δανείζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδάνειστοςαδάνειστηαδάνειστο
Γενικήαδάνειστουαδάνειστηςαδάνειστου
Αιτιατικήαδάνειστοαδάνειστηαδάνειστο
Κλητικήαδάνειστεαδάνειστηαδάνειστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδάνειστοιαδάνειστεςαδάνειστα
Γενικήαδάνειστωναδάνειστωναδάνειστων
Αιτιατικήαδάνειστουςαδάνειστεςαδάνειστα
Κλητικήαδάνειστοιαδάνειστεςαδάνειστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →