Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδέξιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άνθρωποπου του λείπει η ικανότητα να κινείται με άνεση, να χρησιμοποιεί επιτυχώς το σώμα του και να εκτελεί χειρισμούς Βικιλεξικό
  2. για άνθρωποπου του λείπει η ικανότητα να χειρίζεται επιτυχώς καταστάσεις Βικιλεξικό
  3. για ενέργειαπου εκτελείται χωρίς την απαιτούμενη ικανότητα, επιδεξιότητα ή προσοχή και επομένως δε φέρνει τα επιθυμητά αποτελέσματα Βικιλεξικό
    • ένας αδέξιος χειρισμός μπορεί να προκαλέσει σοβαρό τροχαίο ατύχημα

Ετυμολογία

αδέξιος < (ελληνιστική κοινή) < ἀ- + δεξιός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδέξιοςαδέξιααδέξιο
Γενικήαδέξιουαδέξιαςαδέξιου
Αιτιατικήαδέξιοαδέξιααδέξιο
Κλητικήαδέξιεαδέξιααδέξιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδέξιοιαδέξιεςαδέξια
Γενικήαδέξιωναδέξιωναδέξιων
Αιτιατικήαδέξιουςαδέξιεςαδέξια
Κλητικήαδέξιοιαδέξιεςαδέξια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →