Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδίκημα

/aˈði.ci.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςη πράξη που αντιτίθεται στο δίκαιο Βικιλεξικό
    • Αν τώρα από το διπλοπαρκάρισμα παρεμποδίζεται η λειτουργία των συγκοινωνιακών μέσων τότε ο οδηγός διαπράττει το αδίκημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών. (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)

Ετυμολογία

αδίκημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδίκημα < (ἀδικῶ) ἀδικη- + -μα < ἄδικος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαδίκημααδικήματα
Γενικήαδικήματοςαδικημάτων
Αιτιατικήαδίκημααδικήματα
Κλητικήαδίκημααδικήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →