αδίκημα
•
- νομικός όροςη πράξη που αντιτίθεται στο δίκαιο Βικιλεξικό
- Αν τώρα από το διπλοπαρκάρισμα παρεμποδίζεται η λειτουργία των συγκοινωνιακών μέσων τότε ο οδηγός διαπράττει το αδίκημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών. (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)
Ετυμολογία
αδίκημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδίκημα < (ἀδικῶ) ἀδικη- + -μα < ἄδικος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδίκημα | αδικήματα |
| Γενική | αδικήματος | αδικημάτων |
| Αιτιατική | αδίκημα | αδικήματα |
| Κλητική | αδίκημα | αδικήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →