αδαμαντοκόλλητος
•
- που έχει διακοσμηθεί με διαμάντια Βικιλεξικό
- που του έχουν επικολληθεί διαμάντια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδαμαντοκόλλητος < αδάμας + -ο- + κολλώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδαμαντοκόλλητος | αδαμαντοκόλλητη | αδαμαντοκόλλητο |
| Γενική | αδαμαντοκόλλητου | αδαμαντοκόλλητης | αδαμαντοκόλλητου |
| Αιτιατική | αδαμαντοκόλλητο | αδαμαντοκόλλητη | αδαμαντοκόλλητο |
| Κλητική | αδαμαντοκόλλητε | αδαμαντοκόλλητη | αδαμαντοκόλλητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδαμαντοκόλλητοι | αδαμαντοκόλλητες | αδαμαντοκόλλητα |
| Γενική | αδαμαντοκόλλητων | αδαμαντοκόλλητων | αδαμαντοκόλλητων |
| Αιτιατική | αδαμαντοκόλλητους | αδαμαντοκόλλητες | αδαμαντοκόλλητα |
| Κλητική | αδαμαντοκόλλητοι | αδαμαντοκόλλητες | αδαμαντοκόλλητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →