Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδασκάλευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν δασκαλέψει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδασκάλευτος < α- στερητικό + δασκαλεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδασκάλευτοςαδασκάλευτηαδασκάλευτο
Γενικήαδασκάλευτουαδασκάλευτηςαδασκάλευτου
Αιτιατικήαδασκάλευτοαδασκάλευτηαδασκάλευτο
Κλητικήαδασκάλευτεαδασκάλευτηαδασκάλευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδασκάλευτοιαδασκάλευτεςαδασκάλευτα
Γενικήαδασκάλευτωναδασκάλευτωναδασκάλευτων
Αιτιατικήαδασκάλευτουςαδασκάλευτεςαδασκάλευτα
Κλητικήαδασκάλευτοιαδασκάλευτεςαδασκάλευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →