Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδασμολόγητος

/a.ða.zmoˈlo.ʝi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει δασμολογηθεί, που δεν υπόκειται σε δασμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδασμολόγητος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀδασμολόγητος ή α- στερητικό + δασμολογώ, δασμολογη- + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδασμολόγητοςαδασμολόγητηαδασμολόγητο
Γενικήαδασμολόγητουαδασμολόγητηςαδασμολόγητου
Αιτιατικήαδασμολόγητοαδασμολόγητηαδασμολόγητο
Κλητικήαδασμολόγητεαδασμολόγητηαδασμολόγητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδασμολόγητοιαδασμολόγητεςαδασμολόγητα
Γενικήαδασμολόγητωναδασμολόγητωναδασμολόγητων
Αιτιατικήαδασμολόγητουςαδασμολόγητεςαδασμολόγητα
Κλητικήαδασμολόγητοιαδασμολόγητεςαδασμολόγητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →