άδεια
•
- η συμφωνία, η συγκατάνευση ώστε κάποιος να προχωρήσει σε μια ενέργεια Βικιλεξικό
- κρατικό έγγραφο που επιτρέπει στον κάτοχό του να ασκήσει ένα επάγγελμα ή να οδηγήσει ένα όχημα Βικιλεξικό
- η παραχώρηση του δικαιώματος να απουσιάσει κάποιος από τη δουλειά του ή την υπηρεσία του Βικιλεξικό
- το χρονικό διάστημα των διακοπών Βικιλεξικό
- πληροφορικήpermission: για χρήστες και αρχεία: Βικιλεξικό
- πληροφορικήpermission: για χρήστες και αρχεία: Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άδεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄδεια, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική permission, permis, licence
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άδεια | άδειες |
| Γενική | άδειας | αδειών |
| Αιτιατική | άδεια | άδειες |
| Κλητική | άδεια | άδειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →