αδειούχος
•
- που είναι αδειούχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδειούχος < άδει(α) + -ούχος (< έχω) :* και (ουσιαστικοποιημένο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδειούχος | αδειούχοι |
| Γενική | αδειούχου | αδειούχων |
| Αιτιατική | αδειούχο | αδειούχους |
| Κλητική | αδειούχε | αδειούχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →