αδελέαστος
•
- που δεν δελεάζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδελέαστος < (καθαρεύουσα) ἀδελέαστος, α- στερητικό + (δελεάζω) δελεασ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδελέαστος | αδελέαστη | αδελέαστο |
| Γενική | αδελέαστου | αδελέαστης | αδελέαστου |
| Αιτιατική | αδελέαστο | αδελέαστη | αδελέαστο |
| Κλητική | αδελέαστε | αδελέαστη | αδελέαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδελέαστοι | αδελέαστες | αδελέαστα |
| Γενική | αδελέαστων | αδελέαστων | αδελέαστων |
| Αιτιατική | αδελέαστους | αδελέαστες | αδελέαστα |
| Κλητική | αδελέαστοι | αδελέαστες | αδελέαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →