Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδελέαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν δελεάζεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδελέαστος < (καθαρεύουσα) ἀδελέαστος, α- στερητικό + (δελεάζω) δελεασ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδελέαστοςαδελέαστηαδελέαστο
Γενικήαδελέαστουαδελέαστηςαδελέαστου
Αιτιατικήαδελέαστοαδελέαστηαδελέαστο
Κλητικήαδελέαστεαδελέαστηαδελέαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδελέαστοιαδελέαστεςαδελέαστα
Γενικήαδελέαστωναδελέαστωναδελέαστων
Αιτιατικήαδελέαστουςαδελέαστεςαδελέαστα
Κλητικήαδελέαστοιαδελέαστεςαδελέαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →