Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδελφικότητα

/a.ðel.fiˈko.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ αδερφιών Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο ίδιο αίσθημα, ανάμεσα σε στενούς φίλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδελφικότητα < (καθαρεύουσα) ἀδελφικότης, αδελφικ(ός) + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαδελφικότητααδελφικότητες
Γενικήαδελφικότηταςαδελφικοτήτων
Αιτιατικήαδελφικότητααδελφικότητες
Κλητικήαδελφικότητααδελφικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →