Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδελφοκτονία

/a.ðel.fo.ktoˈni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο φόνος του αδελφού ή της αδελφής Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο φόνος ομοεθνούς, ομόθρησκου ή γενικότερα συνανθρώπου Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραο εμφύλιος πόλεμος· ο φόνος συμπατριωτών σε εμφύλιο πόλεμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδελφοκτονία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀδελφοκτονία < ελληνιστική κοινή ἀδελφοκτονία. Συγχρονικά αναλύεται σε αδελφο- + -κτονία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαδελφοκτονίααδελφοκτονίες
Γενικήαδελφοκτονίαςαδελφοκτονιών
Αιτιατικήαδελφοκτονίααδελφοκτονίες
Κλητικήαδελφοκτονίααδελφοκτονίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →