αδελφοποιούμαι
•
- γίνομαι αδελφοποιτός, συνδέομαι με κάποιον μέσω της διαδικασίας αδελφοποίησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδελφοποιούμαι < ελληνιστική κοινή ἀδελφοποιέομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀδελφοποιῶ < αρχαία ελληνική ἀδελφός + ποιέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδελφοποιούμαι | αδελφοποιείσαι | αδελφοποιείται | αδελφοποιούμαστε | αδελφοποιείστε | αδελφοποιούνται |
| Παρατατικός | αδελφοποιούμουν | αδελφοποιούσουν | αδελφοποιούνταν | αδελφοποιούμασταν / αδελφοποιούμαστε | αδελφοποιούσασταν / αδελφοποιούσαστε | αδελφοποιούνταν |
| Αόριστος | αδελφοποιήθηκα | αδελφοποιήθηκες | αδελφοποιήθηκε | αδελφοποιηθήκαμε | αδελφοποιηθήκατε | αδελφοποιήθηκαν / αδελφοποιηθήκαν / αδελφοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αδελφοποιηθώ / θα αδελφοποιούμαι | θα αδελφοποιείσαι / θα αδελφοποιηθείς | θα αδελφοποιείται / θα αδελφοποιηθεί | θα αδελφοποιηθούμε / θα αδελφοποιούμαστε | θα αδελφοποιείστε / θα αδελφοποιηθείτε | θα αδελφοποιηθούν / θα αδελφοποιηθούνε / θα αδελφοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω αδελφοποιηθεί | έχεις αδελφοποιηθεί | έχει αδελφοποιηθεί | έχουμε αδελφοποιηθεί | έχετε αδελφοποιηθεί | έχουν αδελφοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αδελφοποιηθεί | είχες αδελφοποιηθεί | είχε αδελφοποιηθεί | είχαμε αδελφοποιηθεί | είχατε αδελφοποιηθεί | είχαν αδελφοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αδελφοποιηθεί / να αδελφοποιηθώ / να αδελφοποιούμαι | να έχεις αδελφοποιηθεί / να αδελφοποιείσαι / να αδελφοποιηθείς | να έχει αδελφοποιηθεί / να αδελφοποιείται / να αδελφοποιηθεί | να έχουμε αδελφοποιηθεί / να αδελφοποιηθούμε / να αδελφοποιούμαστε | να έχετε αδελφοποιηθεί / να αδελφοποιείστε / να αδελφοποιηθείτε | να έχουν αδελφοποιηθεί / να αδελφοποιηθούν / να αδελφοποιηθούνε / να αδελφοποιούνται |
| Προστακτική | — | αδελφοποιήσου | — | — | αδελφοποιείστε / αδελφοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →