αδελφούλης
•
- μικρός αδελφός Βικιλεξικό
- χαϊδευτικό του αδελφός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδελφούλης < αδελφ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδελφούλης | αδελφούληδες |
| Γενική | αδελφούλη | αδελφούληδων |
| Αιτιατική | αδελφούλη | αδελφούληδες |
| Κλητική | αδελφούλη | αδελφούληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →