αδενίτιδα
•
- ιατρικήη φλεγμονή που εμφανίζεται σε κάποιον αδένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδενίτιδα < (λόγιο δάνειο) γαλλική adénite < αδεν-(ας) + -ίτιδα :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1888
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδενίτιδα | αδενίτιδες |
| Γενική | αδενίτιδας | αδενιτίδων |
| Αιτιατική | αδενίτιδα | αδενίτιδες |
| Κλητική | αδενίτιδα | αδενίτιδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →