αδενοκαρκίνωμα
•
- πάθησηκαρκίνος του επιθηλίου διαφόρων οργάνων, που ξεκινά από αδενοειδή κύτταρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδενοκαρκίνωμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική adenocarcinoma. Μορφολογικά αναλύεται σε αδενο- + καρκίνωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδενοκαρκίνωμα | αδενοκαρκινώματα |
| Γενική | αδενοκαρκινώματος | αδενοκαρκινωμάτων |
| Αιτιατική | αδενοκαρκίνωμα | αδενοκαρκινώματα |
| Κλητική | αδενοκαρκίνωμα | αδενοκαρκινώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →