αδενοϋπόφυση
•
- ο πρόσθιος λοβός του ενδοκρινούς αδένα της υπόφυσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδενοϋπόφυση < αδέν(ας) + -ο- + υπόφυση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδενοϋπόφυση | αδενοϋποφύσεις |
| Γενική | αδενοϋπόφυσης | αδενοϋποφύσεων |
| Αιτιατική | αδενοϋπόφυση | αδενοϋποφύσεις |
| Κλητική | αδενοϋπόφυση | αδενοϋποφύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →