αδημιούργητος
•
- που δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί Βικιλεξικό
- που δεν έχει ακόμα ένα επάγγελμα, θέση ή αξίωμα που να του προσφέρει ένα σταθερό εισόδημα και κοινωνική αναγνώριση και δεν έχει φτιάξει ακόμα δική του περιουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδημιούργητος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδημιούργητος | αδημιούργητη | αδημιούργητο |
| Γενική | αδημιούργητου | αδημιούργητης | αδημιούργητου |
| Αιτιατική | αδημιούργητο | αδημιούργητη | αδημιούργητο |
| Κλητική | αδημιούργητε | αδημιούργητη | αδημιούργητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδημιούργητοι | αδημιούργητες | αδημιούργητα |
| Γενική | αδημιούργητων | αδημιούργητων | αδημιούργητων |
| Αιτιατική | αδημιούργητους | αδημιούργητες | αδημιούργητα |
| Κλητική | αδημιούργητοι | αδημιούργητες | αδημιούργητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →