Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδημιούργητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει ακόμα ένα επάγγελμα, θέση ή αξίωμα που να του προσφέρει ένα σταθερό εισόδημα και κοινωνική αναγνώριση και δεν έχει φτιάξει ακόμα δική του περιουσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδημιούργητος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδημιούργητοςαδημιούργητηαδημιούργητο
Γενικήαδημιούργητουαδημιούργητηςαδημιούργητου
Αιτιατικήαδημιούργητοαδημιούργητηαδημιούργητο
Κλητικήαδημιούργητεαδημιούργητηαδημιούργητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδημιούργητοιαδημιούργητεςαδημιούργητα
Γενικήαδημιούργητωναδημιούργητωναδημιούργητων
Αιτιατικήαδημιούργητουςαδημιούργητεςαδημιούργητα
Κλητικήαδημιούργητοιαδημιούργητεςαδημιούργητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →