αδημοσιοποίητος
•
- που δεν έχει δημοσιοποιηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδημοσιοποίητος < α- + δημοσιοποιώ + -τος
Άλλοι τύποι
αδημοσιοποίητααδημοσιοποίητεαδημοσιοποίητεςαδημοσιοποίητηαδημοσιοποίητηςαδημοσιοποίητοαδημοσιοποίητοιαδημοσιοποίητοςαδημοσιοποίητουαδημοσιοποίητουςαδημοσιοποίητων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →