αδιάβαστος
•
- που δεν έχει διαβάσει, δεν έχει μελετήσει κάτι Βικιλεξικό
- Πάλι πήγε στο σχολείο ο Γιώργος αδιάβαστος.
- κατ’ επέκτασηπου δεν γνωρίζει κάτι Βικιλεξικό
- Μου έκανε μια ξαφνική ερώτηση και με έπιασε αδιάβαστο.
- που δεν το έχουν διαβάσει, δεν το έχουν μελετήσει Βικιλεξικό
- που δεν μπορείς να τον διαβάσεις, εξαιρετικά δυσανάγνωστος Βικιλεξικό
- Στο γράψιμο του Μακρυγιάννη, που είναι αδιάβαστο για τον απροειδοποίητο αναγνώστη, συλλαβίζεις, πολύ περισσότερο από τις λέξεις, την επίμονη βούληση του συγγραφέα να ζωγραφίσει στο χαρτί τον εαυτό του. (Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές (1944, 1992) [δοκίμια])
- θρησκείαπου δεν τον «έχουν διαβάσει», που δεν εκφωνήθηκαν (διάβαστηκαν) για αυτόν οι αρμόζουσες ευχές από ιερέα (για ασθενείς ή νεκρούς, αλλά και σε πρόσωπα που αντιμετωπίζουν διάφορα, ψυχολογικά κυρίως, προβλήματα) Βικιλεξικό
- Πήγε αδιάβαστος εκεί στην ξενιτιά, ούτ' ένα λουλούδι στον τάφο του, ούτ' ένα καντήλι.
Ετυμολογία
αδιάβαστος < α- στερητικό + διαβάζω, διαβασ- + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιάβαστος | αδιάβαστη | αδιάβαστο |
| Γενική | αδιάβαστου | αδιάβαστης | αδιάβαστου |
| Αιτιατική | αδιάβαστο | αδιάβαστη | αδιάβαστο |
| Κλητική | αδιάβαστε | αδιάβαστη | αδιάβαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιάβαστοι | αδιάβαστες | αδιάβαστα |
| Γενική | αδιάβαστων | αδιάβαστων | αδιάβαστων |
| Αιτιατική | αδιάβαστους | αδιάβαστες | αδιάβαστα |
| Κλητική | αδιάβαστοι | αδιάβαστες | αδιάβαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →