Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιάβατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι αδύνατον να τον διαβεί κανείς Βικιλεξικό
    • με τις βροχές το μονοπάτι είχε γεμίσει λάσπες και ήταν πια αδιάβατο

Ετυμολογία

αδιάβατος < α- στερητικό + διαβαίνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάβατοςαδιάβατηαδιάβατο
Γενικήαδιάβατουαδιάβατηςαδιάβατου
Αιτιατικήαδιάβατοαδιάβατηαδιάβατο
Κλητικήαδιάβατεαδιάβατηαδιάβατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάβατοιαδιάβατεςαδιάβατα
Γενικήαδιάβατωναδιάβατωναδιάβατων
Αιτιατικήαδιάβατουςαδιάβατεςαδιάβατα
Κλητικήαδιάβατοιαδιάβατεςαδιάβατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →