αδιάβατος
•
- που είναι αδύνατον να τον διαβεί κανείς Βικιλεξικό
- με τις βροχές το μονοπάτι είχε γεμίσει λάσπες και ήταν πια αδιάβατο
Ετυμολογία
αδιάβατος < α- στερητικό + διαβαίνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιάβατος | αδιάβατη | αδιάβατο |
| Γενική | αδιάβατου | αδιάβατης | αδιάβατου |
| Αιτιατική | αδιάβατο | αδιάβατη | αδιάβατο |
| Κλητική | αδιάβατε | αδιάβατη | αδιάβατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιάβατοι | αδιάβατες | αδιάβατα |
| Γενική | αδιάβατων | αδιάβατων | αδιάβατων |
| Αιτιατική | αδιάβατους | αδιάβατες | αδιάβατα |
| Κλητική | αδιάβατοι | αδιάβατες | αδιάβατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →