Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιάκοπος

/aˈðʝa.ko.pos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνεχής, χωρίς διακοπή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιάκοπος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδιάκοπος < → δείτε αρχαία ελληνική διακόπτω < διά + κόπτω. Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + θέμα του διακόπτω (όπως και στο διακοπή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάκοποςαδιάκοπηαδιάκοπο
Γενικήαδιάκοπουαδιάκοπηςαδιάκοπου
Αιτιατικήαδιάκοποαδιάκοπηαδιάκοπο
Κλητικήαδιάκοπεαδιάκοπηαδιάκοπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάκοποιαδιάκοπεςαδιάκοπα
Γενικήαδιάκοπωναδιάκοπωναδιάκοπων
Αιτιατικήαδιάκοπουςαδιάκοπεςαδιάκοπα
Κλητικήαδιάκοποιαδιάκοπεςαδιάκοπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →