Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιάνυτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει διανυθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιάνυτος < α- + διανύω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάνυτοςαδιάνυτηαδιάνυτο
Γενικήαδιάνυτουαδιάνυτηςαδιάνυτου
Αιτιατικήαδιάνυτοαδιάνυτηαδιάνυτο
Κλητικήαδιάνυτεαδιάνυτηαδιάνυτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάνυτοιαδιάνυτεςαδιάνυτα
Γενικήαδιάνυτωναδιάνυτωναδιάνυτων
Αιτιατικήαδιάνυτουςαδιάνυτεςαδιάνυτα
Κλητικήαδιάνυτοιαδιάνυτεςαδιάνυτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →