Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιάρθρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει διαρθρωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιάρθρωτος < αρχαία ελληνική ἀδιάρθρωτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάρθρωτοςαδιάρθρωτηαδιάρθρωτο
Γενικήαδιάρθρωτουαδιάρθρωτηςαδιάρθρωτου
Αιτιατικήαδιάρθρωτοαδιάρθρωτηαδιάρθρωτο
Κλητικήαδιάρθρωτεαδιάρθρωτηαδιάρθρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάρθρωτοιαδιάρθρωτεςαδιάρθρωτα
Γενικήαδιάρθρωτωναδιάρθρωτωναδιάρθρωτων
Αιτιατικήαδιάρθρωτουςαδιάρθρωτεςαδιάρθρωτα
Κλητικήαδιάρθρωτοιαδιάρθρωτεςαδιάρθρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →