Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιάσειστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κανείς δεν μπορεί να τον κλονίσει, να τον αμφισβητήσει Βικιλεξικό
    • Υπεράσπισε τον εαυτό του με αδιάσειστα επιχειρήματα.

Ετυμολογία

αδιάσειστος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδιάσειστος < α- + διασείω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάσειστοςαδιάσειστηαδιάσειστο
Γενικήαδιάσειστουαδιάσειστηςαδιάσειστου
Αιτιατικήαδιάσειστοαδιάσειστηαδιάσειστο
Κλητικήαδιάσειστεαδιάσειστηαδιάσειστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάσειστοιαδιάσειστεςαδιάσειστα
Γενικήαδιάσειστωναδιάσειστωναδιάσειστων
Αιτιατικήαδιάσειστουςαδιάσειστεςαδιάσειστα
Κλητικήαδιάσειστοιαδιάσειστεςαδιάσειστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →