Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιάστατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυσικήπου δεν έχει διαστάσεις, που δεν τον χαρακτηρίζουν διαστάσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιάστατος < ελληνιστική κοινή ἀδιάστατος (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική ἀδιάστατος < διίστημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάστατοςαδιάστατηαδιάστατο
Γενικήαδιάστατουαδιάστατηςαδιάστατου
Αιτιατικήαδιάστατοαδιάστατηαδιάστατο
Κλητικήαδιάστατεαδιάστατηαδιάστατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάστατοιαδιάστατεςαδιάστατα
Γενικήαδιάστατωναδιάστατωναδιάστατων
Αιτιατικήαδιάστατουςαδιάστατεςαδιάστατα
Κλητικήαδιάστατοιαδιάστατεςαδιάστατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →