Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιάστικτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου δεν έχει ή δεν εμφανίζει στίγματα Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςκατηγορηματικός, ρητός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιάστικτος < ελληνιστική κοινή ἀδιάστικτος < αρχαία ελληνική διαστίζω < διά + στίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάστικτοςαδιάστικτηαδιάστικτο
Γενικήαδιάστικτουαδιάστικτηςαδιάστικτου
Αιτιατικήαδιάστικτοαδιάστικτηαδιάστικτο
Κλητικήαδιάστικτεαδιάστικτηαδιάστικτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιάστικτοιαδιάστικτεςαδιάστικτα
Γενικήαδιάστικτωναδιάστικτωναδιάστικτων
Αιτιατικήαδιάστικτουςαδιάστικτεςαδιάστικτα
Κλητικήαδιάστικτοιαδιάστικτεςαδιάστικτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →