αδιέξοδο
•
- τυφλός δρόμος που δεν έχει διέξοδο προς κάποιον άλλον Βικιλεξικό
- βγήκαμε σε αδιέξοδο και έπρεπε να γυρίσουμε πίσω
- κατάσταση που δεν έχει προοπτική εξέλιξης ή βελτίωσης Βικιλεξικό
- οι συνομιλίες μεταξύ των δυο χωρών οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο
Ετυμολογία
αδιέξοδο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο αδιέξοδος, < α- + διέξοδος (< δι- + έξοδος) (σημείωση: πιθανόν να προήλθε από τη χρήση της λόγιας αιτιατικής του θηλυκού σε φράσεις όπως "οδηγεί σε αδιέξοδο -οδό-")
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιέξοδο | αδιέξοδα |
| Γενική | αδιέξοδου / αδιεξόδου | αδιεξόδων |
| Αιτιατική | αδιέξοδο | αδιέξοδα |
| Κλητική | αδιέξοδο | αδιέξοδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →