αδιαβροχοποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αδιαβροχοποιώ Βικιλεξικό
- Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κοινό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)
Ετυμολογία
αδιαβροχοποίηση < αδιαβροχοποιώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαβροχοποίηση | αδιαβροχοποιήσεις |
| Γενική | αδιαβροχοποίησης | αδιαβροχοποιήσεων |
| Αιτιατική | αδιαβροχοποίηση | αδιαβροχοποιήσεις |
| Κλητική | αδιαβροχοποίηση | αδιαβροχοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →