αδιαθεσία
•
- ελαφριά ασθένεια μικρής διάρκειας Βικιλεξικό
- ένιωθα αδιαθεσία χτες και δεν πήγα στη δουλειά
- προφορικόεμμηνόρροια, περίοδος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιαθεσία < αδιάθε(τος) + -σία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαθεσία | αδιαθεσίες |
| Γενική | αδιαθεσίας | αδιαθεσιών |
| Αιτιατική | αδιαθεσία | αδιαθεσίες |
| Κλητική | αδιαθεσία | αδιαθεσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →