Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιακρισία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του αδιάκριτου, η έλλειψη διακριτικότητας Βικιλεξικό
    • Το θεωρούσε πάντα αδιακρισία να μου βάζει ερωτήματα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
  2. ενέργεια ή λόγος που παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή ενός άλλου ανθρώπου και δείχνει έλλειψη διακριτικότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιακρισία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδιακρισία (έλλειψη διάκρισης), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική indiscrétion

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαδιακρισίααδιακρισίες
Γενικήαδιακρισίαςαδιακρισιών
Αιτιατικήαδιακρισίααδιακρισίες
Κλητικήαδιακρισίααδιακρισίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →