αδιακρισία
•
- η ιδιότητα του αδιάκριτου, η έλλειψη διακριτικότητας Βικιλεξικό
- Το θεωρούσε πάντα αδιακρισία να μου βάζει ερωτήματα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- ενέργεια ή λόγος που παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή ενός άλλου ανθρώπου και δείχνει έλλειψη διακριτικότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιακρισία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδιακρισία (έλλειψη διάκρισης), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική indiscrétion
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιακρισία | αδιακρισίες |
| Γενική | αδιακρισίας | αδιακρισιών |
| Αιτιατική | αδιακρισία | αδιακρισίες |
| Κλητική | αδιακρισία | αδιακρισίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →