αδιαμέλιστος
•
- που δεν τον έχουν διαμελίσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιαμέλιστος < α- στερητικό + (διαμελίζω) διαμελισ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαμέλιστος | αδιαμέλιστη | αδιαμέλιστο |
| Γενική | αδιαμέλιστου | αδιαμέλιστης | αδιαμέλιστου |
| Αιτιατική | αδιαμέλιστο | αδιαμέλιστη | αδιαμέλιστο |
| Κλητική | αδιαμέλιστε | αδιαμέλιστη | αδιαμέλιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαμέλιστοι | αδιαμέλιστες | αδιαμέλιστα |
| Γενική | αδιαμέλιστων | αδιαμέλιστων | αδιαμέλιστων |
| Αιτιατική | αδιαμέλιστους | αδιαμέλιστες | αδιαμέλιστα |
| Κλητική | αδιαμέλιστοι | αδιαμέλιστες | αδιαμέλιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →