Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιαπραγμάτευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για θέματαπου δεν αναλύθηκε ή δεν έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης Βικιλεξικό
  2. για θέματαπου δεν επιτρέπεται να τεθεί υπό διαπραγμάτευση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιαπραγμάτευτος < α- στερητικό + διαπραγματεύ(ομαι) + -τος, (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική unnegotiated)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιαπραγμάτευτοςαδιαπραγμάτευτηαδιαπραγμάτευτο
Γενικήαδιαπραγμάτευτουαδιαπραγμάτευτηςαδιαπραγμάτευτου
Αιτιατικήαδιαπραγμάτευτοαδιαπραγμάτευτηαδιαπραγμάτευτο
Κλητικήαδιαπραγμάτευτεαδιαπραγμάτευτηαδιαπραγμάτευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιαπραγμάτευτοιαδιαπραγμάτευτεςαδιαπραγμάτευτα
Γενικήαδιαπραγμάτευτωναδιαπραγμάτευτωναδιαπραγμάτευτων
Αιτιατικήαδιαπραγμάτευτουςαδιαπραγμάτευτεςαδιαπραγμάτευτα
Κλητικήαδιαπραγμάτευτοιαδιαπραγμάτευτεςαδιαπραγμάτευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →