αδιαπραγμάτευτος
•
- για θέματαπου δεν αναλύθηκε ή δεν έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης Βικιλεξικό
- για θέματαπου δεν επιτρέπεται να τεθεί υπό διαπραγμάτευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιαπραγμάτευτος < α- στερητικό + διαπραγματεύ(ομαι) + -τος, (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική unnegotiated)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαπραγμάτευτος | αδιαπραγμάτευτη | αδιαπραγμάτευτο |
| Γενική | αδιαπραγμάτευτου | αδιαπραγμάτευτης | αδιαπραγμάτευτου |
| Αιτιατική | αδιαπραγμάτευτο | αδιαπραγμάτευτη | αδιαπραγμάτευτο |
| Κλητική | αδιαπραγμάτευτε | αδιαπραγμάτευτη | αδιαπραγμάτευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαπραγμάτευτοι | αδιαπραγμάτευτες | αδιαπραγμάτευτα |
| Γενική | αδιαπραγμάτευτων | αδιαπραγμάτευτων | αδιαπραγμάτευτων |
| Αιτιατική | αδιαπραγμάτευτους | αδιαπραγμάτευτες | αδιαπραγμάτευτα |
| Κλητική | αδιαπραγμάτευτοι | αδιαπραγμάτευτες | αδιαπραγμάτευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →