Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιασάφητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικονομίαπου δεν έχει υποβληθεί διασάφηση σε τελωνείο γι’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιασάφητος < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιασάφητοςαδιασάφητηαδιασάφητο
Γενικήαδιασάφητουαδιασάφητηςαδιασάφητου
Αιτιατικήαδιασάφητοαδιασάφητηαδιασάφητο
Κλητικήαδιασάφητεαδιασάφητηαδιασάφητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιασάφητοιαδιασάφητεςαδιασάφητα
Γενικήαδιασάφητωναδιασάφητωναδιασάφητων
Αιτιατικήαδιασάφητουςαδιασάφητεςαδιασάφητα
Κλητικήαδιασάφητοιαδιασάφητεςαδιασάφητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →