Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιασκεύαστος

/a.ði̯aˈsce.va.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει διασκευαστεί ή δεν μπορεί να διασκευαστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιασκεύαστος < α- στερητικό + (διασκευάζω) διασκευασ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιασκεύαστοςαδιασκεύαστηαδιασκεύαστο
Γενικήαδιασκεύαστουαδιασκεύαστηςαδιασκεύαστου
Αιτιατικήαδιασκεύαστοαδιασκεύαστηαδιασκεύαστο
Κλητικήαδιασκεύαστεαδιασκεύαστηαδιασκεύαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιασκεύαστοιαδιασκεύαστεςαδιασκεύαστα
Γενικήαδιασκεύαστωναδιασκεύαστωναδιασκεύαστων
Αιτιατικήαδιασκεύαστουςαδιασκεύαστεςαδιασκεύαστα
Κλητικήαδιασκεύαστοιαδιασκεύαστεςαδιασκεύαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →