αδιασκεύαστος
•
- που δεν έχει διασκευαστεί ή δεν μπορεί να διασκευαστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιασκεύαστος < α- στερητικό + (διασκευάζω) διασκευασ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιασκεύαστος | αδιασκεύαστη | αδιασκεύαστο |
| Γενική | αδιασκεύαστου | αδιασκεύαστης | αδιασκεύαστου |
| Αιτιατική | αδιασκεύαστο | αδιασκεύαστη | αδιασκεύαστο |
| Κλητική | αδιασκεύαστε | αδιασκεύαστη | αδιασκεύαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιασκεύαστοι | αδιασκεύαστες | αδιασκεύαστα |
| Γενική | αδιασκεύαστων | αδιασκεύαστων | αδιασκεύαστων |
| Αιτιατική | αδιασκεύαστους | αδιασκεύαστες | αδιασκεύαστα |
| Κλητική | αδιασκεύαστοι | αδιασκεύαστες | αδιασκεύαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →