Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιασταύρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε διασταυρώνεται Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι είναι αληθινός Βικιλεξικό
  3. βιολογίαπου δεν έχει διασταυρωθεί με άλλο ζώο ή φυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιασταύρωτος < α- στερητικό + διασταυρώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιασταύρωτοςαδιασταύρωτηαδιασταύρωτο
Γενικήαδιασταύρωτουαδιασταύρωτηςαδιασταύρωτου
Αιτιατικήαδιασταύρωτοαδιασταύρωτηαδιασταύρωτο
Κλητικήαδιασταύρωτεαδιασταύρωτηαδιασταύρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιασταύρωτοιαδιασταύρωτεςαδιασταύρωτα
Γενικήαδιασταύρωτωναδιασταύρωτωναδιασταύρωτων
Αιτιατικήαδιασταύρωτουςαδιασταύρωτεςαδιασταύρωτα
Κλητικήαδιασταύρωτοιαδιασταύρωτεςαδιασταύρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →