αδιαφανής
•
- που δεν επιτρέπει να τον διαπεράσει το φως Βικιλεξικό
- αδιαφανές τζάμι
- που δεν είναι ανοιχτός σε όλους και έτσι δημιουργεί υποψίες ότι συγκαλύπτει κάποια παρανομία Βικιλεξικό
- αδιαφανείς διαδικασίες
- πληροφορικήopaque: συσκευή (hardware) ή λογισμικό (software) που δεν δίνει πληροφορίες, ούτε επιτρέπει κάποια πρόσβαση και έλεγχο, στον τρόπο λειτουργίας του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιαφανής < α- στερητικό + διαφανής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαφανής | αδιαφανής | αδιαφανές |
| Γενική | αδιαφανούς | αδιαφανούς | αδιαφανούς |
| Αιτιατική | αδιαφανή | αδιαφανή | αδιαφανές |
| Κλητική | αδιαφανή / αδιαφανής | αδιαφανής | αδιαφανές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαφανείς | αδιαφανείς | αδιαφανή |
| Γενική | αδιαφανών | αδιαφανών | αδιαφανών |
| Αιτιατική | αδιαφανείς | αδιαφανείς | αδιαφανή |
| Κλητική | αδιαφανείς | αδιαφανείς | αδιαφανή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →