Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιαφανής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν επιτρέπει να τον διαπεράσει το φως Βικιλεξικό
    • αδιαφανές τζάμι
  2. που δεν είναι ανοιχτός σε όλους και έτσι δημιουργεί υποψίες ότι συγκαλύπτει κάποια παρανομία Βικιλεξικό
    • αδιαφανείς διαδικασίες
  3. πληροφορικήopaque: συσκευή (hardware) ή λογισμικό (software) που δεν δίνει πληροφορίες, ούτε επιτρέπει κάποια πρόσβαση και έλεγχο, στον τρόπο λειτουργίας του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιαφανής < α- στερητικό + διαφανής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιαφανήςαδιαφανήςαδιαφανές
Γενικήαδιαφανούςαδιαφανούςαδιαφανούς
Αιτιατικήαδιαφανήαδιαφανήαδιαφανές
Κλητικήαδιαφανή / αδιαφανήςαδιαφανήςαδιαφανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιαφανείςαδιαφανείςαδιαφανή
Γενικήαδιαφανώναδιαφανώναδιαφανών
Αιτιατικήαδιαφανείςαδιαφανείςαδιαφανή
Κλητικήαδιαφανείςαδιαφανείςαδιαφανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →