Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιαχείριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν το διαχειρίζεται κάποιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιαχείριστος < α- + διαχειρίζομαι + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιαχείριστοςαδιαχείριστηαδιαχείριστο
Γενικήαδιαχείριστουαδιαχείριστηςαδιαχείριστου
Αιτιατικήαδιαχείριστοαδιαχείριστηαδιαχείριστο
Κλητικήαδιαχείριστεαδιαχείριστηαδιαχείριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδιαχείριστοιαδιαχείριστεςαδιαχείριστα
Γενικήαδιαχείριστωναδιαχείριστωναδιαχείριστων
Αιτιατικήαδιαχείριστουςαδιαχείριστεςαδιαχείριστα
Κλητικήαδιαχείριστοιαδιαχείριστεςαδιαχείριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →