αδιερεύνητος
•
- που δεν έχει διερευνηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιερεύνητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδιερεύνητος ἀ- στερητικό + διερευνῶ (διερευνώ) διερευνη- + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιερεύνητος | αδιερεύνητη | αδιερεύνητο |
| Γενική | αδιερεύνητου | αδιερεύνητης | αδιερεύνητου |
| Αιτιατική | αδιερεύνητο | αδιερεύνητη | αδιερεύνητο |
| Κλητική | αδιερεύνητε | αδιερεύνητη | αδιερεύνητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιερεύνητοι | αδιερεύνητες | αδιερεύνητα |
| Γενική | αδιερεύνητων | αδιερεύνητων | αδιερεύνητων |
| Αιτιατική | αδιερεύνητους | αδιερεύνητες | αδιερεύνητα |
| Κλητική | αδιερεύνητοι | αδιερεύνητες | αδιερεύνητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →