Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδικοπραγώ

ρήμα
•
  1. νομικός όροςδιαπράττω αδίκημα, κάνω άδικες πράξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδικοπραγώ < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαδικοπραγώαδικοπραγείςαδικοπραγείαδικοπραγούμεαδικοπραγείτεαδικοπραγούν / αδικοπραγούνε
Παρατατικόςαδικοπραγούσααδικοπραγούσεςαδικοπραγούσεαδικοπραγούσαμεαδικοπραγούσατεαδικοπραγούσαν / αδικοπραγούσανε
Αόριστοςαδικοπράγησααδικοπράγησεςαδικοπράγησεαδικοπραγήσαμεαδικοπραγήσατεαδικοπράγησαν / αδικοπραγήσαν / αδικοπραγήσανε
Μέλλονταςθα αδικοπραγήσω / θα αδικοπραγώθα αδικοπραγήσεις / θα αδικοπραγείςθα αδικοπραγήσει / θα αδικοπραγείθα αδικοπραγήσουμε / θα αδικοπραγούμεθα αδικοπραγήσετε / θα αδικοπραγείτεθα αδικοπραγήσουν / θα αδικοπραγήσουνε / θα αδικοπραγούν / θα αδικοπραγούνε
Παρακείμενοςέχω αδικοπραγήσειέχεις αδικοπραγήσειέχει αδικοπραγήσειέχουμε αδικοπραγήσειέχετε αδικοπραγήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αδικοπραγήσειείχες αδικοπραγήσειείχε αδικοπραγήσειείχαμε αδικοπραγήσει——
Υποτακτικήνα έχω αδικοπραγήσει / να αδικοπραγήσω / να αδικοπραγώνα έχεις αδικοπραγήσει / να αδικοπραγήσεις / να αδικοπραγείςνα έχει αδικοπραγήσει / να αδικοπραγήσει / να αδικοπραγείνα έχουμε αδικοπραγήσει / να αδικοπραγήσουμε / να αδικοπραγούμενα έχετε αδικοπραγήσει / να αδικοπραγήσετε / να αδικοπραγείτενα αδικοπραγήσουν / να αδικοπραγήσουνε / να αδικοπραγούν / να αδικοπραγούνε
Προστακτική—αδικοπράγει / αδικοπράγησε——αδικοπραγήστε / αδικοπραγείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →