αδικοπραγώ
•
- νομικός όροςδιαπράττω αδίκημα, κάνω άδικες πράξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδικοπραγώ < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδικοπραγώ | αδικοπραγείς | αδικοπραγεί | αδικοπραγούμε | αδικοπραγείτε | αδικοπραγούν / αδικοπραγούνε |
| Παρατατικός | αδικοπραγούσα | αδικοπραγούσες | αδικοπραγούσε | αδικοπραγούσαμε | αδικοπραγούσατε | αδικοπραγούσαν / αδικοπραγούσανε |
| Αόριστος | αδικοπράγησα | αδικοπράγησες | αδικοπράγησε | αδικοπραγήσαμε | αδικοπραγήσατε | αδικοπράγησαν / αδικοπραγήσαν / αδικοπραγήσανε |
| Μέλλοντας | θα αδικοπραγήσω / θα αδικοπραγώ | θα αδικοπραγήσεις / θα αδικοπραγείς | θα αδικοπραγήσει / θα αδικοπραγεί | θα αδικοπραγήσουμε / θα αδικοπραγούμε | θα αδικοπραγήσετε / θα αδικοπραγείτε | θα αδικοπραγήσουν / θα αδικοπραγήσουνε / θα αδικοπραγούν / θα αδικοπραγούνε |
| Παρακείμενος | έχω αδικοπραγήσει | έχεις αδικοπραγήσει | έχει αδικοπραγήσει | έχουμε αδικοπραγήσει | έχετε αδικοπραγήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αδικοπραγήσει | είχες αδικοπραγήσει | είχε αδικοπραγήσει | είχαμε αδικοπραγήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αδικοπραγήσει / να αδικοπραγήσω / να αδικοπραγώ | να έχεις αδικοπραγήσει / να αδικοπραγήσεις / να αδικοπραγείς | να έχει αδικοπραγήσει / να αδικοπραγήσει / να αδικοπραγεί | να έχουμε αδικοπραγήσει / να αδικοπραγήσουμε / να αδικοπραγούμε | να έχετε αδικοπραγήσει / να αδικοπραγήσετε / να αδικοπραγείτε | να αδικοπραγήσουν / να αδικοπραγήσουνε / να αδικοπραγούν / να αδικοπραγούνε |
| Προστακτική | — | αδικοπράγει / αδικοπράγησε | — | — | αδικοπραγήστε / αδικοπραγείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →