Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδιορθωσιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη έλλειψη διόρθωσης, το να μην διορθώνεται κάποιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδιορθωσιά < αδιόρθωτος + -σιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαδιορθωσιάαδιορθωσιές
Γενικήαδιορθωσιάςαδιορθωσιών
Αιτιατικήαδιορθωσιάαδιορθωσιές
Κλητικήαδιορθωσιάαδιορθωσιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →