αδούλευτος
•
- για πρόσωπαπου δεν έχει ασκηθεί αρκετά, είτε σωματικά είτε διανοητικά Βικιλεξικό
- για πράγματαπου δεν έχει δουλέψει κανείς πάνω του Βικιλεξικό
- τα χωράφια έμειναν αδούλευτα λόγω του πολέμου
- που δεν έχει δεχτεί την κατάλληλη επεξεργασία ώστε να φτάσει σε μια ολοκληρωμένη μορφή
- το σενάριο είναι ακόμα αδούλευτο, θα χρειαστεί ακόμη πολλή δουλειά
Ετυμολογία
αδούλευτος < α- στερητικό + δουλεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδούλευτος | αδούλευτη | αδούλευτο |
| Γενική | αδούλευτου | αδούλευτης | αδούλευτου |
| Αιτιατική | αδούλευτο | αδούλευτη | αδούλευτο |
| Κλητική | αδούλευτε | αδούλευτη | αδούλευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδούλευτοι | αδούλευτες | αδούλευτα |
| Γενική | αδούλευτων | αδούλευτων | αδούλευτων |
| Αιτιατική | αδούλευτους | αδούλευτες | αδούλευτα |
| Κλητική | αδούλευτοι | αδούλευτες | αδούλευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →