Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδράπανος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για χωράφιαθέριστος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου στερείται τα πάντα, φτωχός Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάάπρακτος Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Ε΄ στίχ. 1140 (1138-1140) αρχική έκδοση: 1938
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Μ΄ στίχ. 286 αρχική έκδοση: 1938

Ετυμολογία

αδράπανος < άλλη μορφή του αδρέπανος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδράπανοςαδράπανηαδράπανο
Γενικήαδράπανουαδράπανηςαδράπανου
Αιτιατικήαδράπανοαδράπανηαδράπανο
Κλητικήαδράπανεαδράπανηαδράπανο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδράπανοιαδράπανεςαδράπανα
Γενικήαδράπανωναδράπανωναδράπανων
Αιτιατικήαδράπανουςαδράπανεςαδράπανα
Κλητικήαδράπανοιαδράπανεςαδράπανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →