αδράχνω
•
- λαϊκότροποαρπάζω, εκμεταλλεύομαι, επωφελούμαι Βικιλεξικό
- Οπότε αγόρια, αδράξτε τις κιθάρες σας, και, θερμά παρακαλώ, ξεχάστε πια τον Θεοδωράκη και τον Λοΐζο, τον Παπακωνσταντίνου και το ρημαδοέντεχνο, διότι η μόνη περίπτωση να σου κάτσει πήδουλος με τα καταθλιπτικά του Καββαδία, είναι η γκόμενα να’ χει μόλις ξεμπαρκάρει από γκαζάδικο.
- Ο άλλος άσκυψε, του άδραξε το χέρι και τον τράβηξε σιμά του. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
Ετυμολογία
αδράχνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δράχνω με ανάπτυξη προτακτικού α- < ελληνιστική κοινή δράσσω με βάση το συνοπτικό θέμα δραξ- < αρχαία ελληνική δράττομαι < πρωτοελληνική *dr̥kʰ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδράχνω | αδράχνεις | αδράχνει | αδράχνουμε | αδράχνετε | αδράχνουν / αδράχνουνε |
| Παρατατικός | άδραχνα | άδραχνες | άδραχνε | αδράχναμε | αδράχνατε | άδραχναν / αδράχναν / αδράχνανε |
| Αόριστος | άδραξα | άδραξες | άδραξε | αδράξαμε | αδράξατε | άδραξαν / αδράξαν / αδράξανε |
| Μέλλοντας | θα αδράξω / θα αδράχνω | θα αδράξεις / θα αδράχνεις | θα αδράξει / θα αδράχνει | θα αδράξουμε / θα αδράχνουμε | θα αδράξετε / θα αδράχνετε | θα αδράξουν / θα αδράξουνε / θα αδράχνουν / θα αδράχνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αδράξει | έχεις αδράξει | έχει αδράξει | έχουμε αδράξει | έχετε αδράξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αδράξει | είχες αδράξει | είχε αδράξει | είχαμε αδράξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αδράξει / να αδράξω / να αδράχνω | να έχεις αδράξει / να αδράξεις / να αδράχνεις | να έχει αδράξει / να αδράξει / να αδράχνει | να έχουμε αδράξει / να αδράξουμε / να αδράχνουμε | να έχετε αδράξει / να αδράξετε / να αδράχνετε | να αδράξουν / να αδράξουνε / να αδράχνουν / να αδράχνουνε |
| Προστακτική | — | άδραξε / άδραχνε | — | — | αδράξτε / αδράχνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →