αδρανοποιούμαι
•
- με καθιστούν αδρανή ή γίνομαι εγώ αδρανής επειδή αισθάνομαι ότι δεν μπορώ να είμαι δραστήριος ή και για άλλους λόγους, με εξουδετερώνουν, εξουδετερώνομαι Βικιλεξικό
- αδρανοποιήθηκε μια υπηρεσία που πρόκειται να καταργηθεί
- όταν δεν τα πηγαίνω καλά με τη γυναίκα μου αδρανοποιούμαι και στη δουλειά, επηρεάζεται όλη η ζωή μου
- δεν άδρανοποιήθηκαν ακόμη τα χημικά της Συρίας
- Ωστόσο, οι καύσωνες της Άνοιξης και ιδίως του Μάιου, παραδόξως, είναι και ωφέλιμοι γιατί είναι ζημιογόνοι για τον Δάκο. Και αυτό γιατί είναι γνωστό ότι ακμαία άτομα Δάκου που εκτίθενται επί αρκετό χρόνο σε θερμοκρασίες άνω 32^ο αδρανοποιούνται και άνω των 36^ο θνήσκουν. (Ν. Μιχελάκης, Καύσωνες εναντίον Ελιάς αλλά και … Δάκου! Πιθανοί κίνδυνοι αλλά και ...οφέλη., Σύλλογος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης, 14/5/2020 https://sedik.gr/arxeio-elaioneon/2020/1864-kausones-enantion-elias-alla-kai-dakou)
Ετυμολογία
αδρανοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος αδρανοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδρανοποιούμαι | αδρανοποιείσαι | αδρανοποιείται | αδρανοποιούμαστε | αδρανοποιείστε | αδρανοποιούνται |
| Παρατατικός | αδρανοποιούμουν | αδρανοποιούσουν | αδρανοποιούνταν | αδρανοποιούμασταν / αδρανοποιούμαστε | αδρανοποιούσασταν / αδρανοποιούσαστε | αδρανοποιούνταν |
| Αόριστος | αδρανοποιήθηκα | αδρανοποιήθηκες | αδρανοποιήθηκε | αδρανοποιηθήκαμε | αδρανοποιηθήκατε | αδρανοποιήθηκαν / αδρανοποιηθήκαν / αδρανοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αδρανοποιηθώ / θα αδρανοποιούμαι | θα αδρανοποιείσαι / θα αδρανοποιηθείς | θα αδρανοποιείται / θα αδρανοποιηθεί | θα αδρανοποιηθούμε / θα αδρανοποιούμαστε | θα αδρανοποιείστε / θα αδρανοποιηθείτε | θα αδρανοποιηθούν / θα αδρανοποιηθούνε / θα αδρανοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω αδρανοποιηθεί | έχεις αδρανοποιηθεί | έχει αδρανοποιηθεί | έχουμε αδρανοποιηθεί | έχετε αδρανοποιηθεί | έχουν αδρανοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αδρανοποιηθεί | είχες αδρανοποιηθεί | είχε αδρανοποιηθεί | είχαμε αδρανοποιηθεί | είχατε αδρανοποιηθεί | είχαν αδρανοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αδρανοποιηθεί / να αδρανοποιηθώ / να αδρανοποιούμαι | να έχεις αδρανοποιηθεί / να αδρανοποιείσαι / να αδρανοποιηθείς | να έχει αδρανοποιηθεί / να αδρανοποιείται / να αδρανοποιηθεί | να έχουμε αδρανοποιηθεί / να αδρανοποιηθούμε / να αδρανοποιούμαστε | να έχετε αδρανοποιηθεί / να αδρανοποιείστε / να αδρανοποιηθείτε | να έχουν αδρανοποιηθεί / να αδρανοποιηθούν / να αδρανοποιηθούνε / να αδρανοποιούνται |
| Προστακτική | — | αδρανοποιήσου | — | — | αδρανοποιείστε / αδρανοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →