αδρανοποιώ
•
- θέτω κάτι σε αδράνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδρανοποιώ < αδράνεια + ποιώ (φτιάχνω, δημιουργώ)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδρανοποιώ | αδρανοποιείς | αδρανοποιεί | αδρανοποιούμε | αδρανοποιείτε | αδρανοποιούν / αδρανοποιούνε |
| Παρατατικός | αδρανοποιούσα | αδρανοποιούσες | αδρανοποιούσε | αδρανοποιούσαμε | αδρανοποιούσατε | αδρανοποιούσαν / αδρανοποιούσανε |
| Αόριστος | αδρανοποίησα | αδρανοποίησες | αδρανοποίησε | αδρανοποιήσαμε | αδρανοποιήσατε | αδρανοποίησαν / αδρανοποιήσαν / αδρανοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα αδρανοποιήσω / θα αδρανοποιώ | θα αδρανοποιήσεις / θα αδρανοποιείς | θα αδρανοποιήσει / θα αδρανοποιεί | θα αδρανοποιήσουμε / θα αδρανοποιούμε | θα αδρανοποιήσετε / θα αδρανοποιείτε | θα αδρανοποιήσουν / θα αδρανοποιήσουνε / θα αδρανοποιούν / θα αδρανοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω αδρανοποιήσει | έχεις αδρανοποιήσει | έχει αδρανοποιήσει | έχουμε αδρανοποιήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αδρανοποιήσει | είχες αδρανοποιήσει | είχε αδρανοποιήσει | είχαμε αδρανοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αδρανοποιήσει / να αδρανοποιήσω / να αδρανοποιώ | να έχεις αδρανοποιήσει / να αδρανοποιήσεις / να αδρανοποιείς | να έχει αδρανοποιήσει / να αδρανοποιήσει / να αδρανοποιεί | να έχουμε αδρανοποιήσει / να αδρανοποιήσουμε / να αδρανοποιούμε | να αδρανοποιήσετε / να αδρανοποιείτε | να αδρανοποιήσουν / να αδρανοποιήσουνε / να αδρανοποιούν / να αδρανοποιούνε |
| Προστακτική | — | αδρανοποίει / αδρανοποίησε | — | — | αδρανοποιήστε / αδρανοποιείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αδρανοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →