αδρανώ
•
- παραμένω αδρανής, δεν δρω, δεν ενεργώ, δεν αντιδρώ σε προκλήσεις στο περιβάλλον μου, αντιμετωπίζω τα πράγματα παθητικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδρανώ, λόγια λέξη < αρχαία ελληνική ἀδρανέω, -ῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδρανώ | αδρανείς | αδρανεί | αδρανούμε | αδρανείτε | αδρανούν / αδρανούνε |
| Παρατατικός | αδρανούσα | αδρανούσες | αδρανούσε | αδρανούσαμε | αδρανούσατε | αδρανούσαν / αδρανούσανε |
| Αόριστος | αδράνησα | αδράνησες | αδράνησε | αδρανήσαμε | αδρανήσατε | αδράνησαν / αδρανήσαν / αδρανήσανε |
| Μέλλοντας | θα αδρανήσω / θα αδρανώ | θα αδρανήσεις / θα αδρανείς | θα αδρανήσει / θα αδρανεί | θα αδρανήσουμε / θα αδρανούμε | θα αδρανήσετε / θα αδρανείτε | θα αδρανήσουν / θα αδρανήσουνε / θα αδρανούν / θα αδρανούνε |
| Παρακείμενος | έχω αδρανήσει | έχεις αδρανήσει | έχει αδρανήσει | έχουμε αδρανήσει | έχετε αδρανήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αδρανήσει | είχες αδρανήσει | είχε αδρανήσει | είχαμε αδρανήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αδρανήσει / να αδρανήσω / να αδρανώ | να έχεις αδρανήσει / να αδρανήσεις / να αδρανείς | να έχει αδρανήσει / να αδρανήσει / να αδρανεί | να έχουμε αδρανήσει / να αδρανήσουμε / να αδρανούμε | να έχετε αδρανήσει / να αδρανήσετε / να αδρανείτε | να αδρανήσουν / να αδρανήσουνε / να αδρανούν / να αδρανούνε |
| Προστακτική | — | αδράνει / αδράνησε | — | — | αδρανήστε / αδρανείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →