Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδρενεργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φαρμακευτικήιδιότητα φαρμακευτικού σκευάσματος που έχει τη λειτουργία της αδρεναλίνης Βικιλεξικό
  2. που προκαλεί την έκλυση αδρεναλίνης Βικιλεξικό
    • Η φαινυλεφρίνη είναι ένας α - αδρενεργικός αγωνιστής που προκαλεί αγγειοσύσπαση και σύσπαση του σπλήνα , διευκολύνοντας έτσι την απελευθέρωση του παχέος εντέρου (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, 2009, σελ. 532)

Ετυμολογία

αδρενεργικός < αγγλική adrenergic < adrenaline + -ergic

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδρενεργικόςαδρενεργικήαδρενεργικό
Γενικήαδρενεργικούαδρενεργικήςαδρενεργικού
Αιτιατικήαδρενεργικόαδρενεργικήαδρενεργικό
Κλητικήαδρενεργικέαδρενεργικήαδρενεργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδρενεργικοίαδρενεργικέςαδρενεργικά
Γενικήαδρενεργικώναδρενεργικώναδρενεργικών
Αιτιατικήαδρενεργικούςαδρενεργικέςαδρενεργικά
Κλητικήαδρενεργικοίαδρενεργικέςαδρενεργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →