Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αδρόσιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει δροσιστεί Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν έχει χαρεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αδρόσιστος < α- + δροσίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδρόσιστοςαδρόσιστηαδρόσιστο
Γενικήαδρόσιστουαδρόσιστηςαδρόσιστου
Αιτιατικήαδρόσιστοαδρόσιστηαδρόσιστο
Κλητικήαδρόσιστεαδρόσιστηαδρόσιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαδρόσιστοιαδρόσιστεςαδρόσιστα
Γενικήαδρόσιστωναδρόσιστωναδρόσιστων
Αιτιατικήαδρόσιστουςαδρόσιστεςαδρόσιστα
Κλητικήαδρόσιστοιαδρόσιστεςαδρόσιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →