αδυνάτισμα
•
- το να γίνεται κανείς πιο αδύνατος, πιο λεπτός, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αδυνατίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδυνάτισμα < (αδυνατίζω) αδυνατισ- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αδυνάτισμα | αδυνατίσματα |
| Γενική | αδυνατίσματος | αδυνατισμάτων |
| Αιτιατική | αδυνάτισμα | αδυνατίσματα |
| Κλητική | αδυνάτισμα | αδυνατίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →